Οξιά
| Οξιά | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Δασική οξιά
| ||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||
| ||||||||||||
Η οξιά ή φηγός (Fagus) είναι ένα γένος δέκα ειδών φυλλοβόλων δέντρων που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική. Στην Ελλάδα σχηματίζει πυκνοφυή μεγάλα δάση στα βουνά της Στερεάς Ελλάδας, της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας.
Είναι δέντρο μεγάλο, μέχρι 35 μέτρα ύψος, φυλλοβόλο με κορμό ευθύ, λείο, ομαλό, με λεπτό φλοιό, γκριζωπό και κόμη που αφήνει το φως να περνάει Η οξιά σε νεαρή ηλικία είναι κωνική ενώ όταν το δέντρο γεράσει μετατρέπεται σε πλατιά θολωτή. Φυτρώνει σευψόμετρο από 500 μ. μέχρι 1800 μ. Τα φύλλα της είναι κατ'εναλλαγή δίσειρα, επιμήκη ελλειψοειδή ως αντίστροφα ωοειδή μήκους 5-15 εκ. και πλάτους 2,5-8 εκ. πολύ ή λίγο οξύκορφα, χνουδωτά στα χείλη με χρώμα ανοιχτό πράσινο, σχεδόν κίτρινο, όταν είναι νεαρή, πράσινο σκούρο και γυαλιστερό αργότερα, που γίνεται κατά το φθινόπωρο κόκκινο, σχεδόν αιματόχρουν και δίνει στο δάσος ανταύγειες φλόγας, ιδίως καθώς διαπερνάται από τις ακτίνες του ηλίου. Τα άνθη δεν έχουν εντυπωσιακή όψη, τα άρρενα είναι ενωμένα κατά μακρόμισχους σφαιρικούς ιούλους και τα θήλεα ανά 2-3 μέσα σε ένα κοκκινωπό κύπελλο που σκεπάζεται απόβράκτια. Κατά τον Οκτώβριο ωριμάζουν οι καρποί, που είναι κλεισμένοι σε καρποφόρο περίβλημα(κύπελλο), αγκαθωτό,το οποίο μπορεί να ανοίγει με 4-6 ανοίγματα, αφήνοντας να πέσουν δύο γωνιώδη, τριγωνικά σπέρματα(κάρυα).
Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το ξύλο της οξιάς έχει πολλές χρήσεις: ως καύσιμη ύλη, παράγει εξαιρετικό κάρβουνο, ενώ η ξυλεία από οξιές με υψηλό κορμό, αφού πρώτα υποστεί στέγνωμα για να ελαττωθεί το μειονέκτημα της ελαστικότητας, είναι κατάλληλη για την επιπλοποιία, την τορνευτική κλπ. Επίσης τα σπέρματα κάρυα της οξιάς είναι πολύ πλούσια σε άμυλο και ελαιούχες ουσίες, κι αποτελούν τροφή για τους χοίρους. Από τα σπέρματα εξάγεται ένα έλαιο που έχει την ιδιότητα να μη ταγγίζει και χρησιμοποιείται ως φωτιστικό ή ως εδώδιμο. Σπουδαία είναι και η χρήση του κρεοζώτου στη φαρμακευτική ως αποχρεμπτικού βακτηριοστατικού, το οποίο παράγεται κατά την ξηρή απόσταξη του ξύλου της οξιάς.
Σε κάποιες περιοχές όπου η οξιά δεν υπήρχε σε αφθονία, επικράτησε να λέγεται φηγός η βελανιδιά ή ένα είδος βελανιδιάς. Η πιο διάσημη φηγός ήταν αυτή του μαντείου τηςΔωδώνης από την οποία οι ιερείς του έπαιρναν τους χρησμούς ερμηνεύοντας το θρόισμα των φύλλων της σε συνδυασμό με άλλους ήχους του περιβάλλοντός τους.
Τα είδη της οξιάς είναι τα εξής:
- Fagus crenata - Ιαπωνική οξιά
- Fagus engleriana (Οξιά η εγκλεριανή) - Κινεζική οξιά
- Fagus grandifolia (Οξιά η μεγαλόφυλλος) - Αμερικάνικη οξιά
- Fagus hayatae (Οξιά του Χαγιάτα) - Οξιά της Ταϊβάν
- Fagus japonica - Ιαπωνική οξιά (Ιαπωνική γαλάζια οξιά)
- Fagus longipetiolata - Οξιά η μακρόμισχη
- Fagus lucida - Οξιά η λάμπουσα
- Fagus mexicana - Μεξικανική οξιά
- Fagus orientalis - Ανατολική οξιά (μέχρι 20μ.με κόμη πυραμιδοειδή, κυρίως Βορειοηπειρωτική Ελλάδα και Μ. Ασία)
- Fagus sylvatica - Δασική οξιά
Στην Ελλάδα συναντώνται η Δασική οξιά και η Οξιά η ανατολική.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πεύκο
| Πεύκο | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Κοινό πεύκο
| ||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||
|
Ο φλοιός είναι παχύς και αυλακωτός, τα φύλλα βελονοειδή και φύονται κατά σπονδύλους ανά δύο, τρία ή πέντε, παραμένοντας στο πεύκο από 2 μέχρι 17 χρόνια. Στη βάση τους περιβάλλονται από ένα μεμβρανώδη κολεό και το χρώμα τους είναι ανοιχτό ως σκούρο πράσινο.
Όλα τα βλαστικά μέρη του δέντρου διατρέχονται από αδενικά στοιχεία που έχουν την μορφή αγωγών παράγοντας ρητίνη και αιθέρια έλαια.
Στη βάση κάθε μονοετούς βλαστού αναπτύσσονται αρσενικοί και θηλυκοί κώνοι. Είναι τα άνθη του πεύκου γνωστά με την ονομασία κουκουνάρια.
Τα πεύκα αποτελούν πρόδρομα είδη στα δασικά οικοσυστήματα κι εγκαθίστανται σε ακραία περιβάλλοντα και σχηματίζουν φυτοκοινωνίες που διαμορφώνουν το περιβάλλον για τα επερχόμενα είδη. Π.χ. στην περιοχή της Αττικής τα πευκοδάση διαμορφώνουν το κατάλληλο περιβάλλον για τη φυσική εξέλιξη του οικοσυστήματος που θεωρητικά κυριαρχείται από δρυς (βελανιδιές). Είναι είδη που αγαπούν το φως, είναι ανθεκτικά στην ξηρασία και προτιμούν ασβεστολιθικά εδάφη.
Περιγραφή
Τα πεύκα είναι αειθαλή, ρετινωδή δέντρα και σπανια θάμνοι, με ύψος 3 με 80 μέτρα, με την πλειοψηφία των ειδών να έχουν ύψος 15 με 45 μέτρα. Τα χαμηλότερα είναι τα είδηΠεύκη η νάνα (Pinus pumila) και Πεύκη η κορυφόβια ή Πεύκη η κορυφήτης (Pinus culminicola), με ύψος μέχρι 3 μέτρα. Σε αντιδιαστολή, το ψηλότερο είναι η Πεύκη η βαριά ή πεύκη η βαρύξυλος (Pinus ponderosa), με ένα άτομο του είδος στο Όρεγκον να έχει ύψος 81,79 μέτρα, ενώ η Πεύκη η λαμπερτιανή μπορεί να ξεπεράσει σε ύψος τα 82 μέτρα.
Ο κορμός των περισσότερων ειδών είναι χοντρός και φολιδωτός. Τα κλαδιά μοιάζουν να σχηματίζουν δακτυλίδια στα σημεία που εκφύονται από τον κορμό, αν και σχηματίζουν σφικτές σπείρες. Είναι όλα μακρόβια δέντρα, με ηλικία από 100 μέχρι 1.000 έτη ή περισσότερο. Η πιο μακρόβια είναι η Πεύκη η μακραίωνη[1] (Pinus longaeva), καθώς ένα δέντρο αυτού του είδος έχει μετρηθεί ότι έχει ζήσει 4.600 χρόνια, ο γηραιότερος ζων οργανισμός στη Γη. Δυστύχως, ένα δέντρο ηλικίας 4.900 ετών του ίδιου είδους κόπηκε.
Αναπαραγωγή
Η αναπαραγωγή των πεύκων γίνεται μέσω των κώνων τους. Στους αρσενικούς κώνους υπάρχουν πολλοί μικροί «σάκοι» που φέρουν γύρη. Στους θηλυκούς κώνους βρίσκονται διατεταγμένα «λέπια» (τροποποιημένα φύλλα).
Κατά την Άνοιξη οι γυρεόσακοι ανοίγουν και με τον άνεμο σκορπούν τη γύρη. Τα λέπια στους θηλυκούς κώνους ανοίγουν, δέχονται τη γύρη και κλείνουν. Η γονιμοποίηση γίνεται την επόμενη Άνοιξη.
Το κοινό πεύκο (επιστ. Χαλέπιος πεύκη - P. halepensis), γνωστό με την ονομασία Χαλέπιος Πεύκη . Βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, στα Νησιά του Αιγαίου, στηΧαλκιδική, στα νησιά του Ιονίου, σχηματίζοντας δάση. Αναπτύσσεται σε χαμηλό υψόμετρο, μέχρι 1000 μέτρα. Προτιμά τις ξερές και ζεστές περιοχές και τα ασβεστολιθικά εδάφη που δεν συγκρατούν υγρασία. Από το δέντρο αυτό συλλέγεται το ρετσίνι , που προστίθεται στο κρασί για τη δημιουργία της γνωστής ρετσίνας. Το ξύλο του είναι μέτριας ποιότητας. Ο βλαστός του χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία.Στην Ελλάδα βρίσκουμε 8 είδη πεύκου που είναι αυτοφυή.
- Το Θασίτικο πεύκο ή Τραχεία πεύκη επιστ. P. brutia,που μοιάζει με το κοινό, έχει μεγαλύτερο όγκο και ύψος από αυτό, σκληρές και χοντρές βελόνες. Υπάρχει στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τη Χαλκιδική, τη Θράκη, τη Θάσο, την Κρήτη και τη Μικρά Ασία.
- Το μαυρόπευκο επιστ. Μαύρη πεύκη - P. nigra, ψηλό δέντρο που φτάνει σε ύψος και τα 45 μέτρα. Τα κουκουνάρια του είναι μικρά και οι βελόνες του μετρίου μεγέθους. Βρίσκεται σε δάση στην οροσειρά της Πίνδου, στα βουνά της Μακεδονίας, ενώ λίγα υπάρχουν και στα βουνά της Κρήτης και της Λέσβου. Το ξύλο του έχει ερυθρωπό χρώμα εσωτερικά, είναι καλής ποιότητας, χρησιμοποιείται στις οικοδομές, στη ναυπηγική και σαν στύλος στήριξης καλωδίων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.
- Το δασόπευκο, λιάχα ή Δασική πεύκη επιστ. Πεύκη η αγρία - P. sylvestris, με κιτρινοκόκκινο φλοιό, μεγάλο ύψος που φτάνει και τα 50 μέτρα. Τα κουκουνάρια του είναι μικρά και ωοειδή, χρώματος γκριζοκάστανου. Ο κορμός του ίσιος με μεγάλες ρωγμές. Βρίσκεται σε μερικά όρη της βορείου Ελλάδας και όταν είναι γέρικο γυμνώνεται αφήνοντας μία τούφα στη κορυφή του. Το ξύλο του είναι γνωστό με την ονομασία κόκκινη ξυλεία, ερυθρωπό εσωτερικά και σκληρό, και χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για τη παρασκευή ξυλοπολτού για χαρτί, στις οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική.
- Το βουνόπευκο επιστ. Πεύκο μούγκο - Pinus mugo, μικρό με λεπτό ίσιο κορμό, μικρά κουκουνάρια, βρίσκεται σε περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας σε υψόμετρο μέχρι 2000 μέτρα.
- Το Μακεδονίτικο ή Βαλκανικό πεύκο επιστ. P.peuce - Πεύκη η πεύκη. Φυτρώνει σε υψόμετρο από 600 μέχρι 2.300 μέτρα, φτάνοντας συχνά στην αλπική ζώνη. Τα ώριμα δέντρα έχουν ύψος 35-40 μέτρα και διάμετρο κορμού 1,5 μέτρο, απαντάται στην οροσειρά της Ροδόπης και στον Βόρα, αλλά κυρίως φύεται στην Αλβανία και Βουλγαρία.
- Η Κουκουναριά ή ήμερο πεύκο επιστ. P. pinea - Πεύκη η πίτυς, είναι πυκνό, ψηλό και σχηματίζει "ομπρέλα". Τα κουκουνάρια του είναι μεγάλα, με μεγάλα σκληρά σπόρια. Φύεται σε παραθαλάσσιες ή πεδινές περιοχές, κυρίως στις Σποράδες αλλά και στη Χαλκιδική, Στερεά και Πελοπόννησο. Απαντά επίσης στις περισσότερες περιοχές της Μεσογείου. Το ξύλο του χρησιμοποιείται σαν στρογγυλή ξυλεία και παραγωγή σανιδωμάτων (παρκέ). Τα σπόρια του , γνωστά και αυτά με την ονομασία κουκουνάρια, χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική.
- Τέλος το ρόμπολο ή λευκόδερμο επιστ. Λευκόδερμη πεύκη - P. leucodermis, με σταχτίλευκο φλοιό, ενώ οι βελόνες του σχηματίζουν τούφες στις άκρες των κλαδιών. Ο κορμός είναι χοντρός και ίσιος, το ίδιο και τα κλαδιά. Βρίσκεται σε πετρώδη και ορεινά εδάφη στη Βόρεια Ελλάδα. Εξαιτίας του αρωματικού του ξύλου είναι ιδανικό για την κατασκευή βαρελιών. Χρησιμοποιείται επίσης στην κατασκευή διαφόρων εργαλείων γιατί δεν σαπίζει.
Βαμβακίαση
Τα τελευταία χρόνια τα πεύκα στις αστικές και περιαστικές περιοχές της Ελλάδας απειλούνται από τη βαμβακίαση, ασθένεια που προκαλείται από το κοκκοειδες έντομο Marchalina hellenica (Monophlebus hellenicus) ελλ.μαρσαλίνα, που ζει στο φλοιό τους παρασιτικά και παράγει μελιτώδεις εκκρίσεις. Οι εκκρίσεις αυτές συλλέγονται από τις μέλισσες προκειμένου να φτιάξουν πευκόμελο που αποτελεί και 60% της συνολικής παραγωγής μελιού στην Ελλάδα. Οι νεκρώσεις παρατηρούνται σε άτομα πεύκης με επιβαρυμένη φυτοϋγειονομική κατάσταση, με περιορισμένο ζωτικό υπέργειο και υπόγειο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρεται πως σε φυσικά δάση χαλεπίου πεύκης τα οποία εκμεταλλεύονται μελισσοκομικά δεκάδες χρόνια, οι βλάβες από το Marchalina hellenica είναι αμελητέες και ουδέποτε υπήρξε ένδειξη επιδημίας.
Αντίθετα στις περιοχές όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα "πιέζει" το βιολογικό χώρο του πεύκου, και σε συνδυασμό με την απροθυμία των ανθρώπων να φροντίσουν τους οργανισμούς αυτούς (κλάδεμα, καθαρισμός, προστασία ριζικού συστήματος) φαίνεται πως οι ζημιές είναι σημαντικές. Η επιδημία αυτή ξεκίνησε το 2000, όταν το Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας αποφάσισε τον εμβολιασμό των πεύκων με μαρσαλίνα σε μαζική κλίμακα, προκειμένου να γίνουν μελιτοφόρα και να αυξηθεί η παραγωγή πευκόμελου. Σήμερα γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με χημική καταπολέμηση.
Αντίθετα στις περιοχές όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα "πιέζει" το βιολογικό χώρο του πεύκου, και σε συνδυασμό με την απροθυμία των ανθρώπων να φροντίσουν τους οργανισμούς αυτούς (κλάδεμα, καθαρισμός, προστασία ριζικού συστήματος) φαίνεται πως οι ζημιές είναι σημαντικές. Η επιδημία αυτή ξεκίνησε το 2000, όταν το Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας αποφάσισε τον εμβολιασμό των πεύκων με μαρσαλίνα σε μαζική κλίμακα, προκειμένου να γίνουν μελιτοφόρα και να αυξηθεί η παραγωγή πευκόμελου. Σήμερα γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με χημική καταπολέμηση.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Δρύς
| Βελανιδιά | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Βελανιδιά
| ||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||
| ||||||||||||
| Είδη | ||||||||||||
Δείτε κείμενο
| ||||||||||||
- , Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των Φηγοειδών (Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης [1]. Είναι το κατ΄ εξοχήν δένδρο των Δρυμών.
Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Οκαρπός της βελανιδιάς είναι το βελανίδι, χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Τοξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.
- Quercus humilis – Δρυς η ταπεινή
- Quercus occidentalis – Δρυς η δυτική
- Quercus ilex – Δρυς η αρία (αριά)
- Quercus lanuginosa – Δρυς η μαλλωτή
- Quercus cerris – Δρυς η κηρρίς
- Quercus alba – Δρυς η λευκή
- Quercus coccinea – Δρυς η ερυθρά
- Quercus tinctoria – Δρυς η βαφική
- Quercus suber – Δρυς η φελλοφόρος
1. Η ήμερη βελανιδιά (δρυς η αιγίλωψ, λατ. Quercus aegilops). Φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον, βρίσκεται στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείες παρυφές , χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο και μονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντως υπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Τοξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες, βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τα κύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τη βυρσοδεψία.Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι :
2. Η δρυς η έμμισχος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και κεντρικής Ευρώπης Ο κορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιές ρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λεία και έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύ ποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι, ρένια και ροτούκι.
3. Η δρυς η άμισχος (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea). Διαφέρει από την έμμισχο στο ότι τα βαλανίδια της έχουν μικρό μίσχο. Μαζί με την έμμισχο αποτελούν τις άγριες βελανιδιές.
4. Δρυς η Μακεδονική (δρυς η τρωική, λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται με μεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
5. Η δρυς η κηρρίς (λατ. Quercus cerris). Συγγενικό είδος με τα προηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναι αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες "τσέρο" και "ρουπάκι". Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια της είναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια. Το είδος αυτό το αναφέρει και ο Θεόφραστος με το όνομα Αλοίφιος, ή Ασπρίς.
6. Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδες αειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου.
7. Το πουρνάρι, ή πιρνάρι, ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera), θαμνώδης αείφυλλος σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή τηςΜεσογείου. Σημαντικότερη ποικιλία αυτού είναι ο "χαμόπρινος" της οποίας το μεν ξύλο χρησιμοποιείται στη παραγωγή ανθράκων, οι δε νεαροί βλαστοί του ως τροφή αιγοπροβάτων. Επίσης ο φλοιός της ρίζας του είναι βυρσοδεψικός, ενώ το σπέρμα του είναι βαφικό, γνωστό ως "πρινοκόκι". Άλλες ονομασίες αυτού του είδους είναι:κατσόπρινος, κατσιδοπίρναρο κ.ά.
8. Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria), ημιφυλλοβόλο δέντρο με εξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν.
Το ξύλο της βελανιδιάς
Το ξύλο της είναι ένα σχετικά ακριβό ξύλο και χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία. Το ξύλο είναι πυκνό και χρώμα τις είναι μεταξύ σκούρου και ανοιχτού. Στην κατασκευή κτιρίων χρησιμοποιείται στην Ξυλοδεσιά.[2]
Από ένα είδος βελανιδιάς, το φελλόδεντρο (Querqus suber), εξάγεται από το εξωτερικό μέρος του κορμού του φυτού ένα υλικό γνωστό ωςφελλός, το οποίο έχει πολλές εφαρμογές χάρη στις ιδιότητές του.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Καρυδιά (φυτό)
| Καρυδιά | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Καρυδιά
| ||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||
| ||||||||||||
| Είδη | ||||||||||||
Δείτε κείμενο
| ||||||||||||
Η καρυδιά (επιστ: Καρυά, Juglans)[1] ανήκει στην οικογένεια των Καρυοειδών (Juglandaceae) με 20 είδη φυλλοβόλωνδέντρων. Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα. Tο πιο συνηθισμένο και γνωστό είδος είναι η Καρυά η βασιλική,λατινική ονομασία Juglans regia.
Ονομασία
Η ονομασία στα λατινικά του γένους Juglans προέρχεται από τις λέξεις Jovis glans, που σημαίνουν Διὸς βάλανος[2].
Περιγραφή
Τα φύλλα της καρυδιάς είναι μεγάλα, μακριά, σύνθετα. Το κάθε φύλλο αποτελείται από 7-9 μικρά φύλλα, με ωοειδές σχήμα. Τα άνθη της είναι αφανή χωρίς πέταλα και τα αρσενικά σχηματίζουν ταξιανθίες. Ο κορμός της είναι παχύς και η διάμετρος του φτάνει τα 2,5 μέτρα.
Η κοινή καρυδιά φτάνει σε ύψος τα 35 μέτρα και είναι γνωστή και με τις ονομασίεςαγγλική ή περσική.
Καρπός
Τα καρύδια, όταν ωριμάσουν, τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν. Στη συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ-καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.
Το εσωτερικό του καρυδιού, η καρυδόψιχα, αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυληδόνες οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός, χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.
Η Κίνα είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή καρυδιών. Ακολουθούν οι Η.Π.Α., το Ιράν, η Τουρκία και η Ουκρανία. Η έκταση που καταλαμβάνει στην Ελλάδα ανέρχεται σε 700.000 στρ. περίπου, ενώ η ετήσια παραγωγή καρυδιών ανέρχεται σε 25.000 τόνους. Η αποφλοίωση - σπάσιμο των καρυδιών πέρα των καρυδοθραυστών προσωπικής χρήσης γίνεται και σε ειδικά μηχανήματα τους σπαστήρες καρυδιών. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εταιρίες που προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες.
Χρησιμότητα
Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στη ξυλογλυπτική.
Πολλαπλασιασμός
Στην Ελλάδα η καρυδιά πολλαπλασιάζεται με σπόρο από καλά και ειδικά επιλεγμένα δέντρα. Σε άλλες χώρες ο πολλαπλασιασμός γίνεται με εμβολιασμό αλλά θεωρείται αρκετά δύσκολος.
Είδη
Πολύ διαδεδομένο είδος καρυδιάς στην Ευρώπη είναι η Καρυα η βασιλική (Juglans regia).Ένα είδος καρυδιάς είναι η μαύρη καρυδιά (Juglans nigra) δέντρο της Βόρειας Αμερικής που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα. Μακρόβιο φυτό, μπορεί να ξεπεράσει την ηλικία των 250 ετών. Το ξύλο της είναι εξαιρετικής ποιότητας , ακριβό και ανθεκτικό. Τα καρύδια που παράγει χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην παρασκευή γλυκών και παγωτού. Ακόμα ένα σημαντικό είδος είναι η Πτεροκαρύα της Κίνας και της Ιαπωνίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου